Navigation

plato1
ΠΛΑΤΩΝ

Ο Πλάτωνας (427 π.Χ.–347 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με τη μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί ολόκληρο (του αποδίδονται ακόμα και μερικά νόθα έργα)· άσκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στη δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι τις ημέρες μας. Κύριος οικοδόμος της φιλοσοφίας, οδηγητής είτε προάγγελος μεταγενεστέρων προσβάσεων της, εμπνευστής άμεσα ή έμμεσα των σπουδαιότερων κοινωνικοπολιτικών οραματισμών. Ο Πλάτων, μεταξύ άλλων, έγραψε την Απολογία του Σωκράτους, η οποία θεωρείται ως μια σχετικά ακριβής καταγραφή της απολογίας του Σωκράτη στη δίκη που τον καταδίκασε σε θάνατο, το Συμπόσιο όπου μιλά για τη φύση του έρωτα, τον «Πρωταγόρα» όπου μεταξύ άλλων θεμελιώνεται θεωρητικά η αρχή της «πρόληψης» που δεν λαμβάνει την ποινή ως απολύτως «ανταποδοτική» τον Παρμενίδη και τον Θεαίτητο, όπου θεμελιώνει την αντικειμενικότητα του λόγου και της ιδέας, ενώ σε δύο μακρούς διαλόγους, την Πολιτεία και τους Νόμους περιέγραψε την ιδανική πολιτεία.

Πληροφορίες για τη ζωή του Πλάτωνος αντλούμε κυρίως από αρχαίες βιογραφίες. Σημαντικότερες θεωρούνται εκείνες του Απουλήιου, του Διογένη Λαέρτιου και του Ολυμπιόδωρου. Όπως παραδίδεται από τη βιογραφική παράδοση, γεννήθηκε το 427 π.Χ. στην Αθήνα ή, κατά τον Διογένη, στην Αίγινα. Kαταγόταν από εύπορη αριστοκρατική αθηναϊκή οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Αρίστων, από το γένος του βασιλιά Κόδρου, και μητέρα του η Περικτιόνη, η οποία ήταν αδερφή του Χαρμίδη, ενός από τους Τριάκοντα τυράννους, και ανιψιά του Κριτία, επίσης μέλος των Τριάκοντα, με καταγωγή από το γένος του νομοθέτη Σόλωνος. Αδέρφια του ήταν οι Αδείμαντος και Γλαύκων. Το πρώτο του όνομα ήταν Αριστοκλής, αλλά αργότερα ονομάστηκε Πλάτων επειδή είχε ευρύ στέρνο και πλατύ μέτωπο. Ο Πλάτων γνώρισε τον Σωκράτη σε ηλικία 20 ετών και έμεινε κοντά του μέχρι τον θάνατο του μεγάλου δασκάλου (399 π.Χ.).

Μετά τη θανάτωση του Σωκράτη παρέμεινε στην Αθήνα για περίπου τρία χρόνια και κατόπιν κατέφυγε στα Μέγαρα, κοντά στον συμμαθητή του Ευκλείδη και άλλους σωκρατικούς. Ύστερα γύρισε στην Αθήνα, όπου για 10 χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια εικάζεται πως ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με τον μαθηματικό Θεόδωρο. Στον Τάραντα 387 π.Χ. γνώρισε τους πυθαγόρειους, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου του πρεσβύτερου γνώρισε τον βασιλικό γυναικάδελφο Δίωνα, με τον οποίον συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία όμως αυτή προκάλεσε τις υποψίες του Διονυσίου για συνωμοσία, γι’ αυτό έδιωξε τον Πλάτωνα από τη Σικελία. Στην Αίγινα οδηγήθηκε προς πώληση σε σκλαβοπάζαρο όπου ο Κυρηναίος φίλος του Αννίκερις εξαγόρασε την ελευθερία του.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα ίδρυσε τη φιλοσοφική σχολή του, την Ακαδημία (περ. 387 π.Χ.). Το 367 π.Χ ο Διονύσιος Β’ ο νεότερος διαδέχτηκε τον Διονύσιο Α’ στην εξουσία. Με προτροπή του Δίωνα, ο Διονύσιος προσκάλεσε τον Πλάτωνα ως σύμβουλό του και εκείνος αποδέχτηκε την πρόσκληση με την ελπίδα πως θα εφάρμοζε τα πολιτικά του ιδεώδη. Ταξίδεψε στις Συρακούσες το 366 π.Χ. ωστόσο σύντομα επήλθε ρήξη με τους άλλους συμβούλους του βασιλιά. Ο Δίων εξορίστηκε και ο Πλάτωνας παρέμεινε στην αυλή του Διονύσιου ως φιλοξενούμενος και αιχμάλωτος μέχρι το 365. Για τρίτη φορά ήρθε στην αυλή των Συρακουσών το 362 π.Χ., μετά τη συμφιλίωση του Δίωνα με τον Διονύσιο, ωστόσο νέες προστριβές μεταξύ τους οδήγησαν τον Πλάτωνα στην απόφαση να εγκαταλείψει τις Συρακούσες το 361. Μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ, υπό τη διεύθυνση του Αντίοχου του Ασκαλωνίτη η Ακαδημία αποτελούσε το κέντρο της πλατωνικής φιλοσοφίας. Στις αρχαίες βιογραφικές πηγές διακρίνονται ετερόκλητες κρίσεις για το χαρακτήρα του Πλάτωνα, καθώς σε ορισμένες παρουσιάζεται ως σοφός και θείος ενώ άλλες τον περιγράφουν ως υπερόπτη και ζηλόφθονο υπηρέτη των τυράννων, που σχεδίασε εσφαλμένα την εικόνα του Σωκράτη και των σοφιστών.

Το συγγραφικό έργο του Πλάτωνα είναι αρχικά μνήμη και φήμη, εξιδανικευτική, του βίου και του θανάτου και του ήθους του Σωκράτη, αλλά και ανάπτυξη, ευμέθοδη και πολύπτυχη της διδασκαλίας του, πιστή ως κάποιο βαθμό στο πνεύμα του. Τα έργα του Πλάτωνα εκτός από την Απολογία και τις Επιστολές είναι γραμμένα σε μορφή διαλόγου. Ως κεντρικό πρόσωπο στους διαλόγους, εκτός από έναν, τους Νόμους, παρουσιάζεται ο Σωκράτης, ακόμη και όταν σε κάποιον διάλογο σαν να παραμερίζεται σε θέση ακροατή. Σε κανένα διάλογο δεν εμφανίζεται ο ίδιος ο Πλάτων. Οι συζητήσεις ονομάζονται με το όνομα ιστορικά υπαρκτών προσώπων και μόνο σε τρεις διαλόγους της τελευταίας περιόδου: στον Σοφιστή, στον Πολιτικό και στους Νόμους εμφανίζεται ως κύριος συζητητής δίχως μνεία ονόματος ο «Ελεάτης Ξένος» στον πρώτο, ο «Ξένος» στο δεύτερο, ο «Αθηναίος Ξένος» στον τρίτο. Στον Πλάτωνα αποδίδονται και 13 επιστολές, η γνησιότητα των οποίων γενικά αμφισβητείται, εκτός από την Ζ’ Επιστολή όπου περιγράφει ο Πλάτωνας τη δραστηριότητά του στη Σικελία. Και στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται συνήθως με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, π.χ. Τίμαιος, Γοργίας, Πρωταγόρας κ.λπ. Έξι μόνο διάλογοι, το Συμπόσιον, η Πολιτεία, ο Σοφιστής, ο Πολιτικός, οι Νόμοι και η Επινομίς τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεότερους, όπως εικάζουν οι φιλόλογοι, κάτω από το πρόσωπο του δάσκαλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής.

Στον Πλάτωνα αποδίδονται περί τα τριάντα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας, πολλά από τα οποία αμφισβητούμενα. Γεγονός πάντως είναι ότι ο φιλόσοφος στα νιάτα του έγραψε αρκετά ποιήματα, τα οποία όμως έκαψε όταν γνώρισε τον Σωκράτη και εξόρισε τους ποιητές από την Πολιτεία του.

Η έννοια του δικαίου κατέχει εξέχουσα θέση στο πλατωνικό έργο και ειδικότερα στη μεγαλειώδη σύνθεση του Πλάτωνα, την Πολιτεία, αποτελεί κεντρικό θέμα.
Στον Πρωταγόρα :
διατυπώνεται η διάκριση φυσικού και θετικού δικαίου και στο ίδιο έργο στο γνωστό μύθο του Πρωταγόρα ο Δίας τελικά αποφαίνεται δίνοντας εντολή στον Ερμή:
«καὶ νόμον γε θὲς παρ’ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως».
Στον Γοργία:
Επισημαίνεται ότι το συμφέρον του ρήτορα δεν είναι να ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του, αλλά να επιδιώκει το καλόν και το δίκαιο και διατυπώνει τι αξίωμα:
«τό ἀδικείν αἴσχιον εἶναι τοῦ ἀδικείσθαι»

Ενώ στην Πολιτεία:
Yποστηρίζεται
«δίκαιον εἶναι οὑκ άλλο τι ή τοῦ κρείττονος συμφέρον», ανάλογα προς το εκάστοτε κρατούν πολιτικό καθεστώς, αλλά και στο Ευθύφρονα γίνεται απόπειρα ορισμού του τι είναι όσιο και το τι ανόσιο.

Πλατωνικός διάλογος
Κάθε διάλογος είναι δοκίμιο της πλατωνικής τέχνης και της πλατωνικής διαλεκτικής, το ιδιαίτερο κλίμα της πλατωνικής ψυχής και φιλοσοφίας. Ο Σωκράτης που απουσιάζει από το τελευταίο έργο της πλατωνικής δημιουργίας, τους Νόμους, χειρίζεται μέσα στο διάλογο κυρίαρχα όλα τα είδη του λόγου γιατί στην πλατωνική φιλοσοφία προπορεύεται η θέαση και ακολουθεί η αφαίρεση. Ο έρως, η ελευθερία, η ανάγκη, ο θάνατος, η ψυχή και κρίση της, η δημιουργία του κόσμου και η ιδέα είνα τα θέματα του φιλοσοφικού πλατωνικού μύθου.

Η πλατωνική φιλοσοφία είναι δυϊστική, χωρίζοντας τον κόσμο σε μία υλική και μία ιδεατή σφαίρα ύπαρξης. Αυτό γίνεται με την εισαγωγή της θεωρίας των ιδεών, οι οποίες κατά τον Πλάτωνα είναι τα αιώνια αρχέτυπα των αισθητών, υλικών πραγμάτων, υπερβατικές φόρμες που γίνονται αντιληπτές μόνο με τη λογική και όχι με τις αισθήσεις. Τα αισθητά αντικείμενα τα θεωρεί κατώτερα, υλικά και φθαρτά είδωλα των ιδεών, οι οποίες τα μορφοποιούν. Έτσι π.χ. κάθε άλογο είναι υλικό στιγμιότυπο, ή αντανάκλαση, της άυλης ιδέας “άλογο”, η οποία συγκεντρώνει τα αναλλοίωτα και κοινά χαρακτηριστικά όλων των αλόγων (αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη ή η ομορφιά έχουν επίσης τις δικές τους αρχετυπικές ιδέες). Ο Πλάτων λοιπόν αναγνωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τον Ηράκλειτο, και τον νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και υποδείγματα τα οποία συντηρούν τη μορφή των υποκείμενων υλικών σωμάτων. Πρόκειται δηλαδή για ένα δυϊστικό, ιεραρχικό μεταφυσικό σύστημα.

Ο Πλάτωνας ανέπτυξε συστηματικά τις διδασκαλίες του πυθαγορισμού, ευνοώντας όπως και ο Πυθαγόρας τα μαθηματικά, τα οποία έβλεπε ως “παράθυρο” στον κόσμο των ιδεών αφού ασχολούνται με άϋλες και αναλλοίωτες έννοιες οι οποίες διαμορφώνουν τον κόσμο και ως μέσο προετοιμασίας για τη σωκρατική διαλεκτική. Κατηγορήθηκε ότι με τη θεωρία των ιδεών αποκάλυπτε “τα μυστικά των Μυστηρίων” στα οποία προφανώς ήταν μυημένος.

Η γνωσιολογία του ήταν καθαρά ορθολογική, καθώς πίστευε ότι μόνο με τον νου μπορούν να προσεγγιστούν οι ιδέες και άρα η πραγματική, βαθύτερη φύση του κόσμου. Η εμπειρία των αισθήσεων για τον Πλάτωνα ήταν από αβέβαιη έως ψευδής, ενώ αντιθέτως η λογική διερεύνηση αποκάλυπτε έμφυτη γνώση, ενόραση των ανάλογων υπερβατικών ιδεών, η οποία προϋπήρχε με λανθάνουσα μορφή στον νου λόγω της θείας καταγωγής της ψυχής πριν την ενσάρκωση της. Αυτή η νοητική σύλληψη του λογικά αναγκαίου εκλαμβάνεται ως «ανάμνηση». Υψηλότερη ιδέα θεωρούσε την ιδέα του Αγαθού (Ό,τι είναι ο ήλιος για τον αισθητό κόσμο τούτο είναι η ιδέα του αγαθού για το νοητό) από την οποία απέρρεαν όλες οι άλλες.

Στην ψυχή ο Πλάτωνας απέδειξε ότι δεν μπορεί να παρομοιαστεί με την αρμονία απαντώντας στον συνδιαλεγόμενο αφού εναντιώνεται συχνά στα πάθη του σώματος και επίσης πως η ψυχή ως έννοια είναι ασυμβίβαστη με την έννοια του θανάτου και συνεπώς δεν εξαρτάται από το σώμα στο οποίο ενσαρκώνεται και υποστηρίζει, ότι τα σύνθετα μεταβάλλονται και διαλύονται, ενώ τα μη σύνθετα, όπως η ψυχή, μένουν αναλλοίωτα και άφθαρτα. Με τη φράση που απευθύνει στο τέλος στον Κρίτωνα: «Μην αμελήσετε να εξοφλήσετε αυτό το χρέος», να θυσιάσουν ένα κόκορα. Την υποχρέωση να θυσιάζουν κόκορα στον Ασκληπιό είχαν όσοι σώζονταν από μια αρρώστια και βρίσκονταν σε ανάρρωση. Για τον Σωκράτη, αρρώστια ήταν η επίγεια, γιατί η ψυχή του ήταν έγκλειστη στο σώμα. Ο θάνατος ήταν η ώρα της ανάρρωσης, επειδή απέδιδε στη ψυχή την ελευθερία και την αθανασία της.

Η θεωρία του Πλάτωνος για τις ιδέες στην Πολιτεία: Ο Πλάτων μίλησε στην Πολιτεία για τον νοητό τόπο όπου υπάρχουν οι ιδέες (τα νοούμενα) και τον ορατό τόπο όπου υπάρχουν τα ορώμενα. Θεωρεί τον ήλιο έκγονον του αγαθού. Στη συνέχεια ορίζει την ιδέα του αγαθού ως υπερέχουσα όλων των ιδεών, δίνοντας έτσι μια ιεράρχηση των ιδεών, με ανώτερη όλων αυτήν του αγαθού: Η ιδέα του αγαθού είναι η αιτία της γνώσης και της αλήθειας. Όπως το φως και η όψη είναι ηλιοειδή αλλά όχι ο ήλιος, έτσι και η γνώση και η επιστήμη είναι αγαθοειδή αλλά όχι το ίδιο το αγαθό. Ακόμη αναφέρει ότι το αγαθό παρέχει σε όλα τα γιγνωσκόμενα (δηλαδή τις ιδέες) όχι μόνο τη δυνατότητα να γίνονται γνωστά, αλλά και την ίδια την ουσία και το είναι τους, καθώς το αγαθό είναι επέκεινα της ουσίας, υπερέχοντας αυτής κατά τη δύναμη. Τέλος μιλά για την προσέγγιση των ιδεών μέσω της διαλεκτικής, αναφερόμενος σε δύο τμήματα του νοητού. Στο πρώτο τμήμα η ψυχή χρησιμοποιεί εικόνες και προχωρά στην αναζήτηση μέσω υποθέσεων, κατευθυνόμενη στο τέλος και όχι στην αρχή (στο αποτέλεσμα και όχι την αιτία). Στο δεύτερο τμήμα η ψυχή χωρίς εικόνες αλλά με τα είδη καθεαυτά οδηγείται στην ανυπόθετη αρχή. Στο πρώτο τμήμα αντιστοιχεί η νόησις, η επιστήμη του διαλέγεσθαι σχετικά με το όν και το νοητό, ενώ στο δεύτερο η διάνοια (η τέχνη των γεωμετρικών), κατώτερη από τη νόηση. Υπάρχουν ακόμη δύο τμήματα του νοητού, κατώτερα από τα προηγούμενα με αντίστοιχα παθήματα στην ψυχή, η πίστις και η εικασία.

Η άποψη του Πλάτωνα που προϋποθέτει «κάθαρση» παραδοσιακών μύθων που περιείχαν απάνθρωπες συμπεριφορές θεών και αναίρεση της αντίληψης για το φθόνο των θεών (η οποία κυριαρχεί στον Όμηρο και τον Ηρόδοτο) δείχνει τη σημαντική πρόοδο που σημείωσε η θεολογική σκέψη των Ελλήνων και που επιγραμματικά διατυπώνεται για πρώτη φορά από τον Ευριπίδη στην Ιφιγένεια εν Ταύροις «οὐδένα γὰρ οἶμαι (νομίζω) δαιμόνων (Θεών) εἶναι κακόν.

Ο δε Σωκράτης στην Απολογία του διακηρύττει: «δεν δημιουργείται από τα χρήματα η αρετή αλλά από την αρετή τα χρήματα και όλα τα άλλα αγαθά των ανθρώπων, και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή».

Ο Γάλλος ιστορικός της φιλοσοφίας Ζακ Σεβαλιέ τονίζει στο έργο του «Ιστορία της σκέψης» (1955) την κυρίαρχη παρουσία ή έστω ανταύγεια της πλατωνικής φιλοσοφίας σε ολόκληρο το Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση και στους Νεότερους χρόνους, ενώ ο Γερμανός φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς προβάλλει τον Πλάτωνα ως το τον πρώτο από τους τρεις θεμελιωτές του φιλοσοφείν.

Η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τον Κικέρωνα είναι σαφώς επηρεασμένη από αυτόν και είτε αμφισβητεί είτε ακολουθεί τη διδασκαλία του. Ο μαθητής του Αριστοτέλης, εξ ίσου επιδραστικός με τον ίδιο, οδηγήθηκε στην ανάπτυξη τμήματος του έργου του ως απάντηση στον πλατωνισμό. Η σχολή την οποία ο Πλάτωνας ίδρυσε το 387 π.Χ., η Ακαδημία, συνέχισε να ακμάζει ως τις αρχές του πρώτου αιώνα π. Χ., έχοντας όμως μετατραπεί σε σκεπτική σχολή μετά τις αρχές της ελληνιστικής περιόδου.

Κατά την εποχή του Αυγούστου υπήρξε αναβίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας, ο μεσοπλατωνισμός με εκπροσώπους όπως ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, ενώ κατά τα τέλη του δεύτερου αιώνα ο μεσοπλατωνισμός άρχεσαι να μετατρέπεται σταδιακά, υπό την επίδραση του νεοπυθαγορισμού και του ερμητισμού στην κατεχόμενη από τους Ρωμαίους Αίγυπτο, στο κίνημα του νεοπλατωνισμού, με αρχικούς εκπροσώπους όπως ο Πλωτίνος, το οποίο είχε ιδεαλιστικό, μυστικιστικό και σωτηριολογικό χαρακτήρα. Η Ακαδημία στην Αθήνα επανιδρύθηκε ως κέντρο νεοπλατωνικών μελετών κατά τον τέταρτο αιώνα.

Την ίδια εποχή, περίοδο έντονων θρησκευτικών ζυμώσεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και σταδιακής επικράτησης του χριστιανισμού στη Μεσόγειο, οι ακόλουθοι της αστικής ελληνορωμαϊκής θρησκείας αλλά και των ελληνικών μυστηριακών λατρειών συσπειρώθηκαν γύρω από τον νεοπλατωνισμό ως υπερασπιστή του μέχρι πρότινος επικρατούντος παγανισμού. Μεμονωμένοι νεοπλατωνικοί και παγανιστικοί πυρήνες επέζησαν ως τον έκτο αιώνα, οπότε και ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε με διάταγμα την Ακαδημία της Αθήνας (529 μ.Χ.).

Ο Πλάτωνας πέθανε ήσυχα σε ηλικία 80 ετών

Ο πλατωνισμός επιβίωσε υπογείως καθ’ όλον τον Μεσαίωνα, κρυμμένος σε μυστηριακά ρεύματα, έως ότου οι πρωτότυπες ιδέες του ήλθαν και πάλι στο φως και σχολιάστηκαν κατά την Αναγέννηση. Έτσι ούτε η νεότερη φιλοσοφική σκέψη έμεινε ανεπηρέαστη από αυτόν. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα ή προσπαθούν να ανατρέψουν τις ιδέες του ή οικοδομούνται πάνω σ’ αυτές εκσυγχρονίζοντάς τες.

Ο ασφαλέστερος χαρακτηρισμός που θα μπορούσαμε να δώσουμε στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία είναι ότι αποτελεί μια σειρά υποσημειώσεων στα έργα του Πλάτωνα. (Alfred North Whitehead- 1861-1947) «Διαδικασία και πραγματικότητα (1929).

plato1
PLATO

Plato (428/427 or 424/423 BC – 348/347 BC) was a philosopher in Classical Greece. He was also a mathematician, student of Socrates, writer of philosophical dialogues, and founder of the Academy in Athens, the first institution of higher learning in the Western world. Along with his mentor, Socrates, and his student, Aristotle, Plato helped to lay the foundations of Western philosophy and science.

Plato’s sophistication as a writer is evident in his Socratic dialogues; thirty-six dialogues and thirteen letters have been ascribed to him. Plato’s writings have been published in several fashions; this has led to several conventions regarding the naming and referencing of Plato’s texts. Plato’s dialogues have been used to teach a range of subjects, including philosophy, logic, ethics, rhetoric, religion and mathematics. Plato is one of the most important founding figures in Western philosophy.

The exact time and place of Plato’s birth are not known, but it is certain that he belonged to an aristocratic and influential family. Based on ancient sources, most modern scholars believe that he was born in Athens or Aegina between 429 and 423 BC. His father was Ariston. According to a disputed tradition, reported by Diogenes Laertius, Ariston traced his descent from the king of Athens, Codrus, and the king of Messenia, Melanthus. Plato’s mother was Perictione, whose family boasted of a relationship with the famous Athenian lawmaker and lyric poet Solon. Perictione was sister of Charmides and niece of Critias, both prominent figures of the Thirty Tyrants, the brief oligarchic regime, which followed on the collapse of Athens at the end of the Peloponnesian War (404–403 BC). Besides Plato himself, Ariston and Perictione had three other children; these were two sons, Adeimantus and Glaucon, and a daughter Potone, the mother of Speusippus (the nephew and successor of Plato as head of his philosophical Academy). According to the Republic, Adeimantus and Glaucon were older than Plato. Nevertheless, in his Memorabilia, Xenophon presents Glaucon as younger than Plato.

The traditional date of Plato’s birth (428/427) is based on a dubious interpretation of Diogenes Laertius, who says, “When [Socrates] was gone, [Plato] joined Cratylus the Heracleitean and Hermogenes, who philosophized in the manner of Parmenides. Then, at twenty-eight, Hermodorus says, [Plato] went to Euclides in Megara.” As Debra Nails argues, “The text itself gives no reason to infer that Plato left immediately for Megara and implies the very opposite.” In his Seventh Letter, Plato notes that his coming of age coincided with the taking of power by the Thirty, remarking, “But a youth under the age of twenty made himself a laughingstock if he attempted to enter the political arena.” Thus, Nails dates Plato’s birth to 424/423.

According to some accounts, Ariston tried to force his attentions on Perictione, but failed in his purpose; then the god Apollo appeared to him in a vision, and as a result, Ariston left Perictione unmolested. Another legend related that, when Plato was an infant, bees settled on his lips while he was sleeping: an augury of the sweetness of style in which he would discourse about philosophy.

Ariston appears to have died in Plato’s childhood, although the precise dating of his death is difficult. Perictione then married Pyrilampes, her mother’s brother, who had served many times as an ambassador to the Persian court and was a friend of Pericles, the leader of the democratic faction in Athens. Pyrilampes had a son from a previous marriage, Demus, who was famous for his beauty. Perictione gave birth to Pyrilampes’ second son, Antiphon, the half-brother of Plato, who appears in Parmenides.

In contrast to his reticence about himself, Plato often introduced his distinguished relatives into his dialogues, or referred to them with some precision: Charmides has a dialogue named after him; Critias speaks in both Charmides and Protagoras; and Adeimantus and Glaucon take prominent parts in the Republic. These and other references suggest a considerable amount of family pride and enable us to reconstruct Plato’s family tree. According to Burnet, “the opening scene of the Charmides is a glorification of the whole [family] connection … Plato’s dialogues are not only a memorial to Socrates, but also the happier days of his own family.”

The precise relationship between Plato and Socrates remains an area of contention among scholars. Plato makes it clear in his Apology of Socrates, that he was a devoted young follower of Socrates. In that dialogue, Socrates is presented as mentioning Plato by name as one of those youths close enough to him to have been corrupted, if he were in fact guilty of corrupting the youth, and questioning why their fathers and brothers did not step forward to testify against him if he was indeed guilty of such a crime. Later, Plato is mentioned along with Crito, Critobolus, and Apollodorus as offering to pay a fine of 30 minas on Socrates’ behalf, in lieu of the death penalty proposed by Meletus. In the Phaedo, the title character lists those who were in attendance at the prison on Socrates’ last day, explaining Plato’s absence by saying, “Plato was ill.”

Plato never speaks in his own voice in his dialogues. In the Second Letter, it says, “no writing of Plato exists or ever will exist, but those now said to be his are those of a Socrates become beautiful and new” if the Letter is Plato’s, the final qualification seems to call into question the dialogues’ historical fidelity. In any case, Xenophon and Aristophanes seem to present a somewhat different portrait of Socrates from the one Plato paints. Some have called attention to the problem of taking Plato’s Socrates to be his mouthpiece, given Socrates’ reputation for irony and the dramatic nature of the dialogue form.

Aristotle attributes a different doctrine with respect to the ideas to Plato and Socrates. Putting it in a nutshell, Aristotle merely suggests that Socrates’ idea of forms can be discovered through investigation of the natural world, unlike Plato’s Forms that exist beyond and outside the ordinary range of human understanding.

Plato may have traveled in Italy, Sicily, Egypt and Cyrene, Libya. Said to have returned to Athens at the age of forty, Plato founded one of the earliest known organized schools in Western Civilization on a plot of land in the Grove of Hecademus or Academus. The Academy was “a large enclosure of ground that was once the property of a citizen at Athens named Academus (some, however, say that it received its name from an ancient hero). The Academy operated until it was destroyed by Lucius Cornelius Sulla in 84 BC. Neoplatonists revived the Academy in the early 5th century, and it operated until AD 529, when it was closed by Justinian I of Byzantium, who saw it as a threat to the propagation of Christianity. Many intellectuals were schooled in the Academy, the most prominent one being Aristotle.

Throughout his later life, Plato became entangled with the politics of the city of Syracuse. According to Diogenes Laertius, Plato initially visited Syracuse while it was under the rule of Dionysius. During this first trip Dionysius’s brother-in-law, Dion of Syracuse, became one of Plato’s disciples, but the tyrant himself turned against Plato. Plato was sold into slavery and almost faced death in Cyrene, a city at war with Athens, before an admirer bought Plato’s freedom and sent him home. After Dionysius’s death, according to Plato’s Seventh Letter, Dion requested Plato return to Syracuse to tutor Dionysius II and guide him to become a philosopher king. Dionysius II seemed to accept Plato’s teachings, but he became suspicious of Dion, his uncle. Dionysius expelled Dion and kept Plato against his will. Eventually Plato left Syracuse. Dion would return to overthrow Dionysius and ruled Syracuse for a short time before being usurped by Calippus, a fellow disciple of Plato.

A variety of sources have given accounts of Plato’s death. One story, based on a mutilated manuscript, suggests Plato died in his bed, whilst a young Thracian girl played the flute to him. Another tradition suggests Plato died at a wedding feast. The account is based on Diogenes Laertius’s reference to an account by Hermippus, a third-century Alexandrian. According to Tertullian, Plato simply died in his sleep.

“Platonism” is a term coined by scholars to refer to the intellectual consequences of denying, as Plato’s Socrates often does, the reality of the material world. In several dialogues, most notably the Republic, Socrates inverts the common man’s intuition about what is knowable and what is real. While most people take the objects of their senses to be real if anything is, Socrates is contemptuous of people who think that something has to be graspable in the hands to be real.

Socrates’s idea that reality is unavailable to those who use their senses is what puts him at odds with the common man, and with common sense. Socrates says that he who sees with his eyes is blind, and this idea is most famously captured in his allegory of the cave, and more explicitly in his description of the divided line. The allegory of the cave is a paradoxical analogy wherein Socrates argues that the invisible world is the most intelligible and that the visible world is the least knowable, and the most obscure.

Socrates says in the Republic that people who take the sun-lit world of the senses to be good and real are living pitifully in a den of evil and ignorance. Socrates admits that few climb out of the den, or cave of ignorance, and those who do, not only have a terrible struggle to attain the heights, but when they go back down for a visit or to help other people up, they find themselves objects of scorn and ridicule.

According to Socrates, physical objects and physical events are “shadows” of their ideal or perfect forms, and exist only to the extent that they instantiate the perfect versions of themselves. Just as shadows are temporary, inconsequential epiphenomena produced by physical objects, physical objects are themselves fleeting phenomena caused by more substantial causes, the ideals of which they are mere instances. For example, Socrates thinks that perfect justice exists (although it is not clear where) and his own trial would be a cheap copy of it.

The allegory of the cave (often said by scholars to represent Plato’s own epistemology and metaphysics) is intimately connected to his political ideology (often said to also be Plato’s own), that only people who have climbed out of the cave and cast their eyes on a vision of goodness are fit to rule. Socrates claims that the enlightened men of society must be forced from their divine contemplations and be compelled to run the city according to their lofty insights. Thus is born the idea of the “philosopher-king”, the wise person who accepts the power thrust upon him by the people who are wise enough to choose a good master. This is the main thesis of Socrates in the Republic, that the most wisdom the masses can muster is the wise choice of a ruler.

The Theory of Forms (or Theory of Ideas) typically refers to the belief that the material world as it seems to us is not the real world, but only an “image” or “copy” of the real world. In some of Plato’s dialogues, this is expressed by Socrates, who spoke of forms in formulating a solution to the problem of universals. The forms, according to Socrates, are archetypes or abstract representations of the many types of things, and properties we feel and see around us, that can only be perceived by reason. In other words, Socrates was able to recognize two worlds: the apparent world, which constantly changes, and an unchanging and unseen world of forms, which may be the cause of what is apparent.

The role of dialectic in Plato’s thought is contested but there are two main interpretations; a type of reasoning and a method of intuition. Simon Blackburn adopts the first, saying that Plato’s dialectic is “the process of eliciting the truth by means of questions aimed at opening out what is already implicitly known, or at exposing the contradictions and muddles of an opponent’s position.” A similar interpretation has been put forth by Louis Hartz, who suggests that elements of the dialectic are borrowed from Hegel. According to this view, opposing arguments improve upon each other, and prevailing opinion is shaped by the synthesis of many conflicting ideas over time. Each new idea exposes a flaw in the accepted model, and the epistemological substance of the debate continually approaches the truth. Hartz’s is a teleological interpretation at the core, in which philosophers will ultimately exhaust the available body of knowledge and thus reach “the end of history.” Karl Popper, on the other hand, claims that dialectic is the art of intuition for “visualizing the divine originals, the Forms or Ideas, of unveiling the Great Mystery behind the common man’s everyday world of appearances.”

The Oxford Classical Texts offers the current standard complete Greek text of Plato’s complete works. In five volumes edited by John Burnet, its first edition was published 1900-1907, and it is still available from the publisher, having last been printed in 1993. The second edition is still in progress with only the first volume, printed in 1995, and the Republic, printed in 2003, available. The Cambridge Greek and Latin Texts and Cambridge Classical Texts and Commentaries series includes Greek editions of the Protagoras, Symposium, Phaedrus, Alcibiades, and Clitophon, with English philological, literary, and, to an extent, philosophical commentary. One distinguished edition of the Greek text is E. R. Dodds’ of the Gorgias, which includes extensive English commentary.

The modern standard complete English edition is the 1997 Hackett Plato, Complete Works, edited by John M. Cooper. For many of these translations Hackett offers separate volumes which include more by way of commentary, notes, and introductory material. There is also the Clarendon Plato Series by Oxford University Press which offers English translations and thorough philosophical commentary by leading scholars on a few of Plato’s works, including John McDowell’s version of the Theaetetus. Cornell University Press has also begun the Agora series of English translations of classical and medieval philosophical texts, including a few of Plato’s.

No comments so far!
You must be logged in to post a comment.